Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

tent meeting


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο meeting παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: tent
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'tent meeting' παραπέμπει στον όρο ''tent meeting''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'tent meeting' is cross-referenced with ''tent meeting''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: meeting, meet

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meeting n(assembly of people)συνάντηση, συνέλευση ουσ θηλ
 The community meeting lasted for two hours.
 Η συνάντηση (or: συνέλευση) της κοινότητας κράτησε δύο ώρες.
meeting n(business discussion)σύσκεψη, συνεδρίαση ουσ θηλ
  μίτινγκ, meeting ουσ ουδ άκλ
 The meeting about the new project is at four o'clock.
 Η σύσκεψη (or: Το μίτινγκ) για το νέο έργο αρχίζει στις τέσσερις η ώρα.
meeting n(encounter)συνάντηση ουσ θηλ
 The chance meeting between his new wife and his ex-girlfriend made him nervous.
 Η τυχαία συνάντηση της νέας συζύγου του με την πρώην κοπέλα του τον άγχωσε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meeting n(religious event for prayer or worship)συνάθροιση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μάζωξη ουσ θηλ
 There will be a Quaker meeting for worship in the hall this morning.
 Θα γίνει μια συνάθροιση (or: μάζωξη) Κουακέρων για προσευχή στην αίθουσα σήμερα το πρωί.
meeting n(persons assembled)οι συγκεντρωμένοι έκφρ
  οι παρευρισκόμενοι έκφρ
 The meeting included a few farmers and some shopkeepers.
 Στους συγκεντρωμένους συγκαταλέγονταν μερικοί αγρότες και κάποιοι καταστηματάρχες.
meeting n(junction)διασταύρωση ουσ θηλ
 (επίσημο)συμβολή ουσ θηλ
 A town grew at the meeting of the two roads.
 Μια ολόκληρη πόλη δημιουργήθηκε στη διασταύρωση (or: συμβολή) των δύο δρόμων.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meet [sb] vtr(encounter: [sb])συναντάω, συναντώ ρ μ
 (λογοτεχνικό, λαϊκότροπο)απαντώ ρ μ
 I met someone today who said he knew you.
 Συνάντησα κάποιον σήμερα που είπε ότι σε ξέρει.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όσοι αγαπιούνται συχνά απαντιούνται.
meet [sb] vtr(get together with)συναντάω, συναντώ ρ μ
  βρίσκομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 She's meeting her friends at the cinema.
 Θα συναντήσει τις φίλες της στον κινηματογράφο.
meet [sb] vtr(greet [sb])συναντάω ρ μ
 (μεταφορικά)βρίσκω ρ μ
 Will you come and meet me at the bus stop?
 Θα έρθεις να με συναντήσεις (or: βρεις) στη στάση του λεωφορείου;
meet [sth] vtr(greet: a flight, etc.)υποδέχομαι ρ αμ
 The whole family will meet our flight at the airport.
 Ολόκληρη η οικογένεια θα υποδεχτεί την πτήση μας στο αεροδρόμιο.
meet [sb] vtr(be introduced)γνωρίζω ρ μ
 (κάποιον σε κάποιον)γνωρίζω, συστήνω ρ μ
 I'd like you to meet my friend James.
 Θα ήθελα να γνωρίσεις τον φίλο μου, τον Τζέιμς.
 Θα ήθελα να σου συστήσω (or: γνωρίσω) τον φίλο μου, τον Τζέιμς.
meet vi(become acquainted)γνωρίζομαι ρ αμ
 My partner and I met at the wedding of a mutual friend.
 Ο σύντροφός μου κι εγώ γνωριστήκαμε στον γάμο ενός κοινού φίλου.
meet vi(get together)συναντιέμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μτφ)βρίσκομαι ρ αμ
 Where would you like us to meet?
 Που θέλεις να συναντηθούμε;
 Που θέλεις να βρεθούμε;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meet (US),
meetup (UK)
n
(convention, get-together)συνάντηση, συγκέντρωση, συνάθροιση ουσ θηλ
 (για λήψη αποφάσεων)συνέλευση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μάζωξη ουσ θηλ
 There will be a motorcycle meet at the park on Saturday.
 Θα γίνει μια συνάντηση (or: μάζωξη) μοτοσικλετιστών στο πάρκο το Σάββατο.
meet (US),
meeting (UK)
n
(sports: contest)μίτινγκ, meeting ουσ ουδ άκλ
  αγώνες ουσ αρσ πλ
 My track team has a meet this weekend.
 Η ομάδα μου στον στίβο έχει ένα μίτινγκ αυτό το σαββατοκύριακο.
 Η ομάδα μου στον στίβο έχει αγώνες αυτό το σαββατοκύριακο.
meet vi(collide)συγκρούομαι ρ αμ
 (ηπιότερα)συναντιέμαι ρ αμ
 The speeding cars met in a loud crash.
 Τα δύο αυτοκίνητα που έτρεχαν, συγκρούστηκαν προκαλώντας έναν δυνατό κρότο.
 Τα δυο αυτοκίνητα που έτρεχαν, συναντήθηκαν σε μια ηχηρή σύγκρουση.
meet vi(assemble)συνέρχομαι, συνεδριάζω ρ αμ
 The union will meet on Tuesday.
 Το σωματείο θα συνέλθει (or: συνεδριάσει) την Τρίτη.
meet vi(form a junction) (καθομιλουμένη)συναντιέμαι ρ αμ
 (επίσημο)συμβάλλω ρ αμ
 There is a stop sign where the roads meet.
 Υπάρχει πινακίδα stop στο σημείο όπου συμβάλλουν (or: συναντιούνται) οι δρόμοι.
meet vi(clash, fight)συγκρούομαι ρ αμ
 (ηπιότερα)συναντιέμαι ρ αμ
 Many men died when the two armies met.
 Πολλοί στρατιώτες σκοτώθηκαν όταν συναντήθηκαν (or: συγκρούστηκαν) οι δύο στρατοί.
meet [sth] vtr(encounter: [sth])συναντάω, συναντώ ρ μ
 The traveller meets a strange sight as he enters the city.
 Ο ταξιδιώτης συνάντησε ένα περίεργο θέαμα καθώς έμπαινε στην πόλη.
meet [sth] vtr(join with)συναντάω, συναντώ ρ μ
 There is a blockage at the point where the pipe meets the main line.
 Υπάρχει μια απόφραξη στο σημείο όπου ο σωλήνας συναντά την κεντρική γραμμή.
meet [sth/sb] vtr(face directly)έρχομαι αντιμέτωπος έκφρ
  αντιμετωπίζω ρ μ
 Dartmouth will meet Princeton for the championship.
 Το Dartmouth θα έρθει αντιμέτωπο (or: θα αντιμετωπίσει) το Princeton για το πρωτάθλημα.
meet [sth/sb] vtr(contest with) (μεταφορικά)συναντιέμαι ρ αμ
  συγκρούομαι ρ αμ
 The allied forces met their enemy on the fields of northern France.
 Οι δύο εχθροί συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης.
meet [sth] vtr(cope with)ασχολούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  αντιμετωπίζω ρ μ
 I'll meet that problem later. For now, I have to do this job.
 Θα ασχοληθώ με (or: Θα αντιμετωπίσω) αυτό το πρόβλημα αργότερα. Προς το παρόν πρέπει να δουλέψω.
meet [sth] vtr(satisfy)ικανοποιώ ρ μ
  ανταποκρίνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 (στόχο)πετυχαίνω ρ μ
 The employee's performance did not meet his manager's expectations.
 The project team are struggling to meet their objectives due to a lack of effort on the part of some members.
 Η απόδοση του εργαζομένου δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες του διευθυντή.
meet [sth] vtr(conform with)πληρώ ρ μ
Σχόλιο: Η ορθογραφία της λέξης στην κλίση της είναι ιδιαίτερη: πληρώ, πληροίς, πληροί, πληρούμε, πληροίτε, πληρούν
 This process does not meet quality standards.
 Αυτή η διαδικασία δεν πληροί τα πρότυπα ποιότητας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
meet up vi phrasalinformal (get together informally, socialize)συναντιέμαι, βρίσκομαι ρ αμ
 I wish I could see my friends more often, but it's hard to find a time when we can all meet up.
 Μακάρι να μπορούσα να βλέπω τους φίλους μου συχνότερα, αλλά είναι δύσκολο να βρούμε μια ώρα για να συναντηθούμε (or: βρεθούμε) όλοι μαζί.
meet up with [sb] vi phrasal + prepinformal (see socially)συναντάω, συναντώ ρ μ
  συναντιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 (εγώ και κάποιος)συναντιόμαστε ρ μ αλληλοπαθ
 (καθομιλουμένη: εγώ και κάποιος)τα λέμε, τα λέμε από κοντά έκφρ
 I'll meet up with you again tonight.
meet with [sth] vtr phrasal insep(response) (αντιδράσεις, συναισθήματα)προκαλώ ρ μ
 The president's speech to Congress met with mixed reactions; one party cheered, the other booed.
 Ο λόγος του προέδρου στο Κογκρέσο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Ένα κόμμα τον επιδοκίμασε, ενώ ένα άλλο τον αποδοκίμασε.
meet with [sth] vtr phrasal insep(experience)παθαίνω ρ μ
  μου συμβαίνει έκφρ
  έρχομαι αντιμέτωπος με κτ έκφρ
 He met with an accident on his way to the court.
 Στο δρόμο για το δικαστήριο έπαθε ατύχημα.
meet with [sth] vtr phrasal insep(conform to: standards, etc.)συμβαδίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
 We were forced to sack Pete because his work did not meet with our standards.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
meeting | meet
ΑγγλικάΕλληνικά
AGM ninitialism (Annual General Meeting)Ετήσια Γενική Συνέλευση φρ ως ουσ θηλ
annual general meeting n(yearly firm meeting)ετήσια γενική συνέλευση φρ ως ουσ θηλ
board meeting n(meeting of a committee) (συμβουλίου)σύσκεψη, διάσκεψη, συνεδρίαση ουσ θηλ
 All directors are requested to attend Friday's board meeting.
business meeting n(discussion of commercial activity)επαγγελματική συνάντηση επίθ + ουσ θηλ
closed meeting n(discussion: members only)συνάντηση σε κλειστό κύκλο έκφρ
 Although some members urged a public debate, the majority thought the matter was so sensitive that it should only be discussed at a closed meeting.
face-to-face meeting n(in-person discussion)συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο ουσ θηλ
 When discussing matters like these, it's usually better to have a face-to-face meeting.
hold a meeting v expr(meet to discuss [sth] formally)συνεδριάζω ρ αμ
 The council will hold a meeting to discuss the road repairs.
meeting brief n(statement of a meeting's aims)περίληψη στόχων συνεδρίασης, σύνοψη στόχων συνεδρίασης περίφρ
 (κυβερνητικά στελέχη)περίληψη στόχων διάσκεψης, σύνοψη στόχων διάσκεψης περίφρ
meeting of minds n(agreement)συμφωνία ουσ θηλ
  κοινή άποψη επίθ + ουσ θηλ
 (λόγιος)σύμπνοια ουσ θηλ
 By the end of the discussion, the partners had come to a meeting of minds about how they would tackle the firm's financial situation.
meeting place n(place where people meet)σημείο συνάντησης φρ ως ουσ θηλ
 We need to agree on a meeting place before the concert begins.
meeting point n(designated place to meet)σημείο συνάντησης ουσ ουδ
 They settled on the library as a meeting point because it was near both their houses.
meeting room n(venue where discussions are held)αίθουσα συνεδριάσεων, αίθουσα συσκέψεων φρ ως ουσ θηλ
 I'm sorry, you can't use this meeting room. It's booked up all day.
meeting venue n(room where discussions are held)χώρος συνάντησης, χώρος συνεδρίασης περίφρ
 (συνέδριο)συνεδριακός χώρος επίθ + ουσ αρσ
 (κυβερνητικά στελέχη)χώρος διάσκεψης περίφρ
meetinghouse,
meeting house
n
(building for religious gatherings)κτήριο για θρησκευτικές συγκεντρώσεις
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Μπορεί απλά να αποδοθεί ως «εκκλησία».
meetinghouse,
meeting house
n
(Quaker house of worship)κτήριο για θρησκευτικές συγκεντρώσεις
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Μπορεί απλά να αποδοθεί ως «εκκλησία».
monthly meeting n(meeting held once a month)μηνιαία συνάντηση ουσ θηλ
 Did you attend our company's monthly meeting?
prayer meeting n(religious gathering for shared prayers)θρησκευτική συνάντηση ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Please come to our Wednesday night prayer meeting at 7pm.
quarterly meeting n(meeting held every 3 months)τριμηνιαία συνάντηση, συνάντηση κάθε τρίμηνο ουσ θηλ
 At the quarterly meeting, we read financial reports and plan for the next quarter.
regular meeting n(scheduled)τακτική συνεδρίαση, τακτική συνάντηση επίθ + ουσ θηλ
sales meeting n(briefing of sales representatives)σύσκεψη πωλητών, συνάντηση πωλητών περίφρ
  σύσκεψη αντιπροσώπων πωλήσεων, συνάντηση αντιπροσώπων πωλήσε ων περίφρ
 (καθομιλουμένη)μίτινγκ πωλητών, meeting πωλητών περίφρ
staff meeting n(company gathering of employees)συνέλευση προσωπικού, συνάντηση προσωπικού φρ ως ουσ θηλ
statutory meeting n(company shareholders' discussion)θεσμική συνέλευση, θέσμια συνέλευση, καταστατική συνέλευση επίθ + ουσ θηλ
summit,
summit meeting,
summit conference
n
(conference of leaders)διάσκεψη κορυφής φρ ως ουσ θηλ
 Summit meetings are often held on neutral territory.
town meeting n(assembly for residents)συνέλευση δημοτών φρ ως ουσ θηλ
  δημοτική συνέλευση επίθ + ουσ θηλ
town meeting n(meeting for voters)συνέλευση δημοτών φρ ως ουσ θηλ
  δημοτική συνέλευση επίθ + ουσ θηλ
yearly meeting n(annual reunion or conference)ετήσια συνάντηση ουσ θηλ
  ετήσιο συνέδριο ουσ ουδ
 At the company's yearly meeting, the shareholders ousted the CEO.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tent meeting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tent meeting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!